Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2010

Το Καγκελάρι


Γεώργιος Χ. Κομζιάς:
‘’Το Καγκελάρι‘’. Χορευτικό Δρώμενο απ’ τη Ροδαυγή Άρτας.

Κώστας Κονταξής, Επίκουρος Καθηγητής Λαογραφίας

Τέτοια ώρα ήταν εψές, τέτοια και παραπροψές
Τέτοια και παραπροψές, στο χορό που χόρευαν.
Στο χορό που χόρευαν όλο αγόρια και παιδιά.
Όλο αγόρια και παιδιά και κορίτσια ανύπαντρα …

Συ που σέρνεις το χορό, κάμε διπλοκάγκελο.
Κάμε διπλοκάγκελο, κάμε καγκελίσματα …


Ευχαριστώ, από καρδιάς, την αδελφότητα Ροδαυγής για την τιμητική πρό-σκληση .
Είπαν πολλοί, με πικρία, πως από τη λαϊκή μας παράδοση απέμειναν μόνον οι χοροί. Και λησμονούν πως ο χορός, όπ ως και το τραγούδι ήταν πάντα και θα μείνουν ως τα πιο σημαντικά στοιχεία της λαϊκής παράδοσης. Και τούτο γιατί ο χορός άνθισε πριν ανθίσει ο άνθρωπος: στα έντομα, στα πουλιά, στα ζώα κάθε είδους, και ακόμη γιατί ‘’ο χορός‘’ όπως παρατηρεί ο Μωρίς Μπεζάρ, ‘’είναι από τις σπάνιες δραστηριότητες, όπου ο άνθρωπος δίνεται ολόκληρος: σώμα, καρδιά, πνεύμα‘’
Αν, καθώς λέγουν, ‘’η ύλη κινείται σε έναν αιώνιο κύκλο, τότε το σύμπαν ο-λόκληρο είναι ένας χορός στο άπειρο του χώρου και του χρόνου‘’.
‘’Σε κάθε μας κίνηση‘’, λέει ο Γάλλος φιλόσοφος Ροζέ Γκαρωντύ, ‘’μεταδίδεται όλη η αναταραχή του κόσμου, που ανασαίνει με την ανάσα μας και χτυπάει με το σφυγμό μας‘’.
Τα λόγια, πολλές φορές, χωρίζουν, ο χορός ενώνει. Ενώνει τα χέρια, ενώνει τις ανάσες, ενώνει τους καημούς και τα όνειρα και εκφράζει την ενότητα και την υπεροχή της ομάδας. Γι’ αυτό αποκαλύπτει το μεγαλείο ή τις αδυναμίες ενός πολιτισμού. Στην Κίνα του 6ου π.Χ. αιώνα ο σοφός Κομφούκιος έλεγε: ‘’Δείξε μου πώς χορεύει ένας λαός και θα σας πω αν ο πολιτισμός του είναι άρρωστος ή υγιής‘’.
Οι αραιού πρόγονοί μας, σχετικά με την αρχή του χορού στη γη, αφηγούνταν την πιο κάτω μικρή ιστορία, που αποτέλεσε και μέρος της αρχαίας ελληνικής μυ-θολογίας.
Τις πρώτες μέρες της δημιουργίας του κόσμου, πριν από την εμφάνιση του ανθρώπου στη γη, μια από τις Τιτανίδες, η Ρέα, η γυναίκα του Κρόνου, δίδαξε την ΄τεχνη του χορού στους Κουρήτες, γιους της γης, που κατοικούσαν στην Κρή-τη και στους Κορύβαντες, που ζούσαν στη Φρυγία της Μ. Ασίας. Η πράξη αυτή της βγήκε σε καλό αργότερα. Ο Κρόνος, όπως λέγει ο μύθος, μόλις γεννιούνταν τα παιδιά του τα έτρωγε, για να μη χάσει τη βασιλεία του. Η Ρέα, για να γεννήσει το μικρότερο γιο της, το Δία, έφτασε στην Κρήτη. Αμέσως τον έκρυψε σε μια σπηλιά και έδωσε στον Κρόνο μια πέτρα τυλιγμένη με φασκιές. Ο Κρόνος κατάπιε την πέτρα και η Ρέα ανέθεσε τη φροντίδα του βρέφους στους Κουρήτες. Αυτοί, για να ‘’σκεπάσουν‘’ το κλάμα του Δία και να μην το ακούσει ο Κρόνος, χόρευαν έναν άγριο, πηδηχτό χορό, βγάζοντας δυνατές κραυγές και χτυπώντας τα σπαθιά τους στις ασπίδες τους. Σύμφωνα με το μύθο, οι Κουρήτες έγιναν, αργότερα, ιερείς του Δία και συνέχισαν αυτοί και οι απόγονοί τους, για πολλούς αιώνες, τους χορούς τους, ως μέρος της λατρευτικής τελετουργίας.
Με το χορό συνδέθηκε. Πολύ στενά, η κυνηγετική και η αγροτική φάση της ανθρώπινης κοινωνίας, όταν οι άνθρωποι εξαρτιόνταν άμεσα από τη φύση και τις ιδιοτροπίες της, από τις εποχές και τη γονιμότητα της γης.
Στην εποχή μας, εποχή επανάστασης στην επιστήμη και την τεχνολογία, θεω-ρούμε μοναδική πρόοδο κάθε τι που έρχεται από την ‘’πολιτισμένη‘’ Δύση: αντίθε-τα, αμφισβητούμε και θεωρούμε παλαιά, ξεπερασμένα στοιχεία της δικής μας παράδοσης, αγνοώντας τα λόγια του Σεφέρη: ‘’Σβήνοντας ένα κομμάτι από το παρελθόν είναι σαν να σβήνεις και ένα κομμάτι από το μέλλον‘’.
Υπάρχουν, όμως, κάποιοι συνάνθρωποί μας, θρεμμένοι με τη μαγιά της παρά-δοσης και ‘’ζυμωμένοι‘’ με τα ήθη και τα έθιμα του τόπου μας, οι οποίοι, με πολ-λούς τρόπους, εκδηλώνουν την ανησυχία τους, ευτυχώς, για τη διατήρηση των βασικών θεμάτων του λαϊκού μας πολιτισμού ή προσπαθούν να διατηρήσουν την ενθύμησή τους στις νεότερες γενιές, για να οδηγούνται αυτές στο δρόμο του μέλλοντος, με γνώμονα τη γνώση του παρελθόντος.
Ένας από αυτούς είναι και ο συντοπίτης σας, ευρύτερα συντοπίτης μου, ε-κλεκτός συνάδελφος και φίλος Γιώργος Κομζιάς, συγγραφέας του σημαντικού πονήματος: ‘’Το Καγκελάρι. Χορευτικό δρώμενο απ΄ τη Ροδαυγή Άρτας‘’, ο οποίος ανυποχώρητος πάντα, στέρησε από τον εαυτό του πολλές από τις μικροχαρές της ζωής για να συγκεντρώσει κομμάτι κομμάτι τα απομεινάρια του λαϊκού Πολιτισμού και να τα παραδώσει στη γενιά μας και τις γενιές που θα ακολουθήσουν.
‘’Στην εργασία μου αυτή θα προσπαθήσω να συνθέσω ξανά το δρώμενο, να το διασώσω όσο μπορώ στην αρχική του μορφή και να το παραδώσω ως παρακατα-θήκη στις νεότερες γενιές. Τη γράφω πρώτα για μένα. Είναι μια εσωτερική παρόρ-μηση να εκφράσω όσα κουβαλώ μέσα μου. Μετά τη γράφω για όλους αυτούς που αγαπούν το Καγκελάρι και που το έχουν ως φάρο για την επιστροφή στο χωριό, που θέλουν να το διαφυλάξουν σαν κόρη οφθαλμού, ασπίδα προστασίας απέναντι στην παγκοσμιοποίηση‘’, σημειώνει ανάμεσα σε πολλά άλλα σημαντικά στο μεστό προλόγισμά του ο συγγραφέας. Και συνεχίζει:
‘’Πιστεύω ότι η εργασία μου αυτή θα βοηθήσει όσους θελήσουν να ασχοληθούν με το δρώμενο είτε ως ερευνητές είτε ως συνεχιστές της τοπικής παράδοσης. Το σίγουρο όμως είναι ότι, μέσα σ’ αυτό το βιβλίο οι συγχωριανοί μου θα βρουν ένα κομμάτι απ’ τον εαυτό τους, θύμησες από προσωπικά τους βιώματα, μα προπάντων, θα συ¬ναντήσουν την αγνή λαϊκή ψυχή, έτσι όπως αυτή ατόφια διασώζεται μέσα στο Καγκελάρι‘’.
Συγκινητική είναι και δείχνει μεγαλείο ψυχής και η αφιέρωση του βιβλίου ως ‘’τρισάγιο και ψυχοκέρι στη μνήμη όλων αυτών που κράτησαν μέχρι σήμερα ζωντανό το Καγκελάρι‘’.
Ο Γιώργος Κομζιάς και με τη συγγραφική του αυτή προσπάθεια πιστεύω, παραφράζοντας το Μεγάλο Νίκο Καζαντζάκη, πως ‘’επιτελεί το χρέος του, εκτελώντας τη θητεία του στη ράτσα, νιώθει μέσα του όλους τους προγόνους. φωτίζει την ορμή τους, συνεχίζοντας το έργο τους και παραδίνει στους γιους του αύριο τη μεγάλη εντολή να τον ξεπεράσουν‘’.
Το βιβλίο του Γιώργου Κομζιά, που έχω τη χαρά και την τιμή να παρουσιάσω, σήμερα, στη δεύτερη έκδοσή του, εδώ στη γενέτειρα του την αγαπημένη, αποτελεί μια άρτια συγκροτημένη και πλούσια τεκμηριωμένη μελέτη και ακόμη μια κατάθεση ψυχής, αποτέλεσμα ευθύνης και οφειλής στο γενέθλιο τόπο, αφού το ‘’Καγκελάρι‘’ είναι ο ‘’ομφάλιος λώρος‘’, που κρατά δεμένους μ’ αυτόν τους ξενιτεμένους κατοίκους της Ροδαυγής και ο γυρισμός τους εδώ είναι για τον καθένα τους ένα ζωτικό αναβάπτισμα.
Σε έναν αξιόλογο μικρό τόμο 95 σελ., ο συγγραφέας ‘’προσπαθεί‘’ όπως σημειώνει, με τρόπο μεθοδικό ‘’να συνθέσει ξανά το δρώμενο και να το διασώσει, όσο μπορεί, στην αρχική του μορφή και να το παραδώσει στις ‘’αρίφνητες‘’ γενιές των απογόνων με την καρδιά‘’ του. Και το κατορθώνει απόλυτα αυτό. Διασώζει το Καγκελάρι γνήσια και το παραδίνει ακριβό κειμήλιο του αύριο.
Ο αναλυτικός πίνακας περιεχόμενων στις σελ. 7 και 8, πολύ κατατοπιστικός, και πλούσιος σε συναισθήματα – νοσταλγία, ευγνωμοσύνη, ήθος, ο Πρόλογος του συγγραφέα στις σελ 9, 10 και 11.
‘’Παραθέτω εδώ όλα τα στοιχεία που το συνθέτουν‘’, σημειώνει ο σεμνός Γιώρ-γος Κομζιάς, ‘’στοιχεία τα οποία τα περισσότερα σήμερα έχουν χαθεί και που, με πολύ κόπο, συνέλεξα, ψάχνοντας πρώτα μέσα στις δικές μου αναμνήσεις και τις διηγήσεις της αείμνηστης γιαγιάς μου, της Θόδως, η οποία γεννημένη το 1882 (πέ-θανε το 1984) κουβαλούσε μέσα της όλες αυτές τις εικό¬νες και που μου τις μετέ-δωσε σαν παραμύθι και κατόπιν όσα στοι¬χεία μπόρεσα να ‘’αλιεύσω‘’ από τις μνή-μες των γεροντότερων του χωριού. Τα πιο πολλά στοιχεία και όσα αναφέρονται στα τραγούδια της προετοιμασίας του χορού, τα οφείλω στον Βησσάρη Παλαβό, ο οποίος με βοήθησε πάρα πολύ με τη δική του χειρόγραφη συλλογή των τραγουδιών και τον οποίο ευχαριστώ θερμά‘’.
Πολύ χρήσιμη, ιδιαίτερα για τον μη Ροδαυγιώτη αναγνώστη, η παράθεση τη ς φωτογραφίας με τη μερική άποψη της Ροδαυγής στη σελ. 13 και σπουδαιότατη μαρτυρία η ιστορία του Μπαρμαγιώργη, από τη Νησίστα, με τον Καϊμακάμη της Άρτας, στα 1875-1890, στη σελ. 15.
Στη Ροδαυγή, το κεφαλοχώρι της Άρτας, ένα κόσμημα στην ορεινή ζώνη, που το κυκλώνει και κάτω ο Άραχθος να ζωγραφίζει με το φιδίσιο πέρασμά του το τοπίο, και στο πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής, τη σημαντικότερη γιορτή του χρόνου για το χωριό, αναφέρεται στην εισαγωγή του ο συγγραφέας, στις σελ. 17 – 21.
‘’Εκεί στα πεζούλια της εκκλησίας και της πλατεία‘’, σημειώνει, ‘’κάθονταν και οι γέροντες, σοβαροί και επίσημοι, για να παρακολουθήσουν τους χορούς. Ντυμένοι τα γιορτινά τους, κυρίως μάλλινα ρούχα, κάπνιζαν το ‘’στριφτό‘’ τους και διηγούνταν παλιές ιστορίες. Πιο πέρα στην ίδια σειρά οι γερόντισσες με τα μαύρα τους μαντίλια και τα μαύρα τους ρούχα ή σεγκούνια και την καλή τους ποδιά, παρακο-λουθούσαν κι αυτές τους χορούς, ρωτούσαν για τα παιδιά και τα κορίτσια που ξε-χώριζαν, και θυμούνταν τα νιάτα τους, τη ζωή τους, μια ζωή βασανισμένη, που α-κολούθησε χρόνια και χρόνια μέσα στο χωριό‘’. (…)
Τούτες τις μέρες οι χωριανοί τις περίμεναν με μεγάλη λαχτάρα. Πρώτα – πρώτα ήταν μια ανάπαυλα στον καθημερινό μόχθο και ευκαιρία για εκτόνωση, ψυχαγωγία και διασκέδαση. Να ξεχάσουν για λίγο τις σκοτούρες της καθημερινότητας και ύ-στερα να ανταμώσουν όλοι μαζί οι χωριανοί, οι συγγενείς και οι φίλοι. Τώρα γύρι-ζαν και οι ξενιτεμένοι στο χωριό, για να γλεντήσουν όλοι μαζί στο πανηγύρι και να διαλέξουν τη μέλλουσα σύζυγο οι ανύπαντροι‘’.
Στις σελ. 23 – 44, κύριο μέρος της Μελέτης, θα μπορούσαμε να πούμε, δίνο-ντας, με κάθε λεπτομέρεια και αξιοπρόσεκτη επιστημοσύνη, σημαντικά στοιχεία για το Καγκελάρι, τον ‘’πολυπρόσωπο υπαίθριο χορό, που οι ρίζες του χάνονται στα βάθη του χρόνου.
Γίνεται αναφορά ουσιαστική στα ιστορικά στοιχεία του χορού, στη σημασία του, στο χρόνο που ο χορός χορεύεται, στα χαρακτηριστικά του, καθώς και στην τεχνική του, η οποία περιλαμβάνει: την προετοιμασία, το βασικό χορό και το σα-τιρικό – περιπαιχτικό μέρος.
Το Καγκελάρι είναι λεβέντικος, λιτός και αυστηρός χορός. Χο¬ρεύεται από ό-λους τους κατοίκους του χωριού, αλλά και από όσους ξένους παρευρίσκονται, σε ένα πειθαρχημένο σύνολο. Οι εκατοντάδες των χορευτών που συμμετέχουν, κυκλώ-νουν ολόκληρη την πλατεία, δημιουργώντας έτσι το αδιαχώρητο. Όλοι θα επιδιώ-ξουν, έτσι ‘’για το καλό‘’, να πιαστούν στο χορό. Είναι σαν να εκπληρώνουν κάποιο τάμα προς την Αγία που γιορτάζει, έτσι, ‘’που νιώθει κανείς ότι το κάλε¬σμα σ’ αυτό το κοινωνικό γεγονός, που ενώνει τα μέλη της κοι¬νότητας και ανα-νεώνει τους δεσμούς τους για μια ακόμα φορά, θέτει σε λειτουργία όλες εκείνες τις ψυχικές και ιδεολογικές διερ¬γασίες που κρατούν την κοινότητα ζωντανή και θωρακισμένη απέ¬ναντι σε εξωτερικούς κινδύνους, πραγματι-κούς και συμβολικούς, αιώνες τώρα‘’.
Εθνικούς και Κοινωνικούς σκοπούς εξυπηρετούσε το Καγκελάρι.
‘’Εθνικούς, γιατί ήταν ένας τρόπος να συγκεντρώνονται οι χωρια¬νοί, να συνεν-νοούνται και να ανταλλάσσουν γνώμες χωρίς να γίνονται αντιληπτοί από τους Τούρκους. Έτσι με τα καγκελίσματα έρχονταν πιο κοντά και πετύχαιναν ένα μεγα-λύτερο βαθμό επικοινωνίας. (…)
Κοινωνικούς, γιατί το Καγκελάρι, με την καθολική συμμετοχή που το χαρα-κτηρίζει, αποτελούσε άριστη ευκαιρία γνωριμίας μεταξύ των δύο φύλων. Μπορού-σαν έτσι τα παλικάρια να δουν τις όμορφες και να διαλέξουν τη νύφη. Από εδώ ξεκινούσαν πιο παλιά τα περισ¬σότερα προξενιά‘’.
Συγκινητική η αναφορά του συγγραφέα στους Πρωτεργάτες του ‘’Καγκελα-ριού‘’. Ψυχοκέρι μνήμης σ’ αυτούς που έφυγαν, αφήνοντας το παράδειγμα τους παρακαταθήκη στις γενιές που ακλουθούν.
Αξιοσημείωτη η Μουσικολογική και Μουσικοκινητική περιγραφή του χορού από το συγγραφέα, καθώς κι η παραστατική αναφορά στα βήματα των χορών. Λεβέντης χορευτής ο ίδιος και άξιος χοροδιδάσκαλος διδάσκει, φυσικά και αβία-στα τη χορευτική μας παράδοση.
Στο δεύτερο μέρος του συγκινητικού, από κάθε άποψη, βιβλίου του ο Γιώργος Κομζιάς παραθέτει τα σημαντικότερη τραγούδια, που συνόδευαν και συνοδεύουν το Καγκελάρι. Η παράθεση αποτελεί μια πλήρη συλλογή παραδοσιακών δημοτικών τραγουδιών της Ροδαυγής, που δίνει την ευκαιρία στον αναγνώστη να γνωρίσει, να μελετήσει τα ‘’ψυχικά κειμήλια‘’ του λαού μας, ‘’τα πνευματικά ριζοθέμελα της πατρίδας μας‘’, το ‘’ύπατο μνημείο της ανθρώπινης διάνοιας‘’, κατά τον Γκαίτε, το Δημοτικό τραγούδι.
Τα τραγούδια του χορού διακρίνονται σε: Τραγούδια της προετοιμασίας, στο βασικό χορό Καγκελάρι και σε κωμικά – περιπαιχτικά.
Τα περιεχόμενα του βιβλίου πλαισιώνουν τριάντα μία φωτογραφίες, ξεχωρι-στά στιγμιότυπα του χορευτικού δρώμενου, που ζωντανεύουν μνήμες μιας κλειστής κοινωνίας, της οποίας πρώτη φροντίδα ήταν η ενίσχυση της συνοχής και της ενότητας των μελών της.
Το ευρετήριο τόπων και ονομάτων στις σελ. 89, 90, ο πίνακας εικόνων στη σελ. 91, η βιβλιογραφία στη σελ. 93, το βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα στη σελ. 93 καθώς και η επεξεργασία των στοιχείων που με πολύ κόπο και ‘’με-ράκι‘’ συνέλεξε ο Γώργος Κομζιάς επιβεβαιώνουν αυτό που δηλώσαμε στην αρχή της παρουσίασης ότι το βιβλίο αποτελεί μια άρτια συγκροτημένη και πλούσια τεκμηριωμένη μελέτη.
Φίλες και φίλοι,
Ο περιορισμένος χρόνος μιας παρουσίασης δεν επιτρέπει την ολοκλήρωση όσων θα μπορούσαμε να πούμε για το αξιόλογο βιβλίο, σε δεύτερη έκδοση του εκλεκτού συντοπίτη, συναδέλφου, φίλου και συνοδοιπόρου στις λογογραφικές περιπλανήσεις Γιώργου Κομζιά.
Ο χορός είναι μια πρωτόγονη λαϊκή εκδήλωση, μια ενέργεια πάθους και τέ-χνης, που συνεπήρε τον άνθρωπο του υπαίθρου, όταν αντίκρισε τη φύση ή το θεό.
Οι πρόγονοί μας δημιούργησαν κυκλικούς χορούς, ύψιστο δείγμα ενότητας και ισότητας, αφού ο πρώτος χορευτής χορεύει, σχεδόν δίπλα στον τελευταίο, αφού ο κάθε χορευτής βλέπει όλους και τον βλέπουν όλοι.
Ας μη λησμονήσουμε τούτη την αλήθεια πως η παράδοση, ο χορός και το τραγούδι αξίζουν τότε, και μόνον τότε, όταν υπηρετούν τη ζωή.
Μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο του αύριο, του αύριο που ετοιμάζεται μέσα από τη λεγόμενη παγκοσμιοποίηση, ένα χρέος έχουμε: να κρατήσουμε την εθνική μας ταυτότητα. Όχι γιατί πρέπει να είμαστε υπερήφανοι, γιατί είμαστε μοναδικοί στον κόσμο, αλλά γιατί έχουμε τη υποχρέωση και το δικαίωμα να μείνουμε αυτοί που είμαστε, και έτσι θα μπορέσουμε να υπηρετήσουμε καλλίτερα και τους άλ-λους, καλλίτερα και την ανθρωπότητα. Όποιος δεν υπηρετεί το έθνος, τον πολιτισμό του, την ιστορία του, αυτός δεν υπηρετεί ούτε την ανθρωπότητα.
Φίλε Γιώργο,
Για όσα έγραψες και για όσα δίδαξες και για όσα θα γράψεις σ’ ευχαριστούμε με όλη τη δύναμη της ψυχής μας και σου ευχόμαστε να ζεις σαν τα περήφανα, κακοτράχαλα βουνά των Τζουμέρκων.
Σας ευχαριστώ!

Δεν υπάρχουν σχόλια: